Ο Μάριο Τρόντι κι η Ροσάνα Ροσάντα συζητούν για τον Ομπάμα

Posted on Φεβρουαρίου 8, 2009 από

1


http://thrymmata.blogspot.com/2009/02/blog-post.html

Η Τόνια Τσίτσοβιτς είχε την καλωσύνη να μεταφράσει δυο ενδιαφέρουσες τοποθετήσεις που επιχειρούν να ερμηνεύσουν το «φαινόμενο Ομπάμα» και να διαλευκάνουν τις προοπτικές του – θετικές ή αρνητικές – για την αριστερά, αλλά και για ολόκληρο τον κόσμο. Στο πρώτο άρθρο, ο Μάριο Τρόντι γράφει μια σκληρή και μαχητική ανάλυση της νίκης του Ομπάμα. Την απευθύνει στην αριστερά που αυταπατάται αλλά και σ’ αυτήν που αμφιταλαντεύεται και σ’ αυτήν που θεωρεί ότι τα έχει ξεκαθαρίσει όλα. Είναι ένα απόσπασμα από την εισαγωγή του Μάριο Τρόντι στο συλλογικό τόμο “Passaggio Obama. L’America, l’Europa, la Sinistra. Una discussione al CRS provocata da Mario Tronti” – “Η Μετάβαση Ομπάμα. Η Αμερική, η Ευρώπη, η Αριστερά. Μια συζήτηση στο Κέντρο για τη Μεταρρύθμιση του Κράτους CRS, που προκλήθηκε από τον Μάριο Τρόντι” (Ediesse, σελ. 128) – υπό έκδοση τον Φεβρουάριο. Τα δοκίμια που συλλέχτηκαν υπογράφονται, εκτός του Mario Tronti, κι από τους Rita di Leo, Ida Dominijanni, Mattia Diletti, Luisa Valeriani, Stefano Rizzo και Roberto Ciccarelli. Το απόσπασμα αυτό του Τρόντι δημοσιεύθηκε στην Liberazione στις 16 Ιανουαρίου 2009. Στο δεύτερο άρθρο, η Ροσάνα Ροσάντα δίνει κάποιες απαντήσεις στον Τρόντι, αλλά περισσότερο αναδεικνύει κάποιες συμπληρωματικές πλευρές του ζητήματος, που οφείλουμε να συζητάμε στην παρούσα συγκυρία, αν θέλουμε να καταλάβουμε τις παγκόσμιες συνέπειες της εκλογής του Ομπάμα. Το άρθρο της Ροσάντα δημοσιεύθηκε στο Il Manifesto στις 28 Ιανουαρίου 2009.

Μια κριτική ανάλυση της νίκης του Ομπάμα που απευθύνεται στην αριστερά

του Mario Tronti

Άρθρο στην Liberazione στις 16 Ιανουαρίου 2009.
Λοιπόν, σύντροφοι. Όπως είδατε όλοι, ο κόσμος, από τις 4 Νοεμβρίου, άλλαξε. Ο ουρανός είναι όλο και πιο γαλανός, η γη χαμογελά και τολμά να ελπίζει, οι νύχτες μας δεν είναι πια τόσο σκοτεινές, καθώς μας επισκέπτεται και πάλι το αμερικανικό όνειρο. Ο Μεσσίας επέστρεψε, όπως είχε υποσχεθεί, δεν περπατά πάνω στα ύδατα, αλλά στον αιθέρα, κι η αφήγηση πάει από την παραβολή στην παραβολική κεραία, αυτή τη φορά μέσω μηνυμάτων. Θυμόσαστε την 11η Νοεμβρίου; Τίποτε πια δεν θα ήταν όπως πριν. Όλα έγιναν όπως πριν. Αυτή είναι μια 11η Σεπτεμβρίου από την ανάποδη. Πάλι, “είμαστε όλοι Αμερικάνοι.” Και δεν θα αλλάξει τίποτε. Τίποτε απ’ αυτά που μας ενδιαφέρει να αλλάξουν. Καταλάβατε ότι ρίχνω νερό στη φωτιά, όχι για να τη σβήσω, αλλά τουλάχιστον για να την περιορίσω. Κατά τα άλλα, ελπίζω πάντα ότι η σπίθα θα ανάψει το λιβάδι. Δεν θα υπάρξουν, επομένως, συνέπειες; Φυσικά και θα υπάρξουν! Η λύση που βρέθηκε αυτή τη φορά είναι σχεδόν στο ύψος του προβλήματος. Σχεδόν: γιατί η κρίση της καπιταλιστικής εποχής είναι πιο σοβαρή, πιο ζόρικη από την εικόνα, από την επινόηση της εικόνας, από το συμβολικό μέσο που μπήκε στο παιχνίδι. Όμως, αυτό μετράει και πολύ μάλιστα! Το βλέπουμε αυτές τις ώρες, αυτές τις μέρες. Οι ΗΠΑ του χθες, παραζαλισμένες, αποπροσανατολισμένες, αποκαρδιωμένες, “αναγεννήθηκαν,” σαν τους αστείους χριστιανούς των αιρέσεών τους. Το ολοφάνερο γεγονός, το οποίο πρέπει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε, στο οποίο πρέπει να εντάξουμε και την επιτυχία του Ομπάμα, είναι το κλείσιμο του νεοφιλελεύθερου κύκλου, η πτώση της άγριας χρηματιστικής φάσης του κεφάλαιου, η ρεβάνς της πραγματικής οικονομίας, που εμφανίζεται και πάλι ως η κρίση της υλικής παραγωγής, με όλους τους φόβους, τις αβεβαιότητες, με την ανάγκη να γυρίσουμε σελίδα, που φέρνει μαζί της. Αυτό είναι που έκανε δυνατή, γιατί ήταν απαραίτητη, τη νίκη της λέξης change. Όχι η ώθηση από τα κάτω μιας λαϊκής συμμετοχής, με τους παθιασμένους εθελοντές, που αποτελούν την αυθόρμητη έκφραση της ζωντάνιας μιας υπέροχης δημοκρατίας. Αυτή υπήρξε, αλλά ως ένα κύμα που προκλήθηκε, συλλέχθηκε και προσανατολίστηκε προς μια νέα “δημοκρατική προσωπικότητα,” που περιγράψαμε άλλες φορές ως μια αντίστοιχη ανανεωμένη έκδοση της “αυταρχικής προσωπικότητας” του Αντόρνο. Προσοχή. Εδώ η έμφαση δεν δίνεται στα επίθετα, δημοκρατική και αυταρχική, αλλά στο ουσιαστικό, προσωπικότητα. Υπάρχει ένα συγκεκριμένο πρόβλημα, θεωρητικό και ιστορικό: γιατί η δημοκρατία, όπως ο απολυταρχισμός, για να λειτουργήσει χρειάζεται την ιδέα και την πρακτική της προσωπικότητας; Γιατί δημιουργείται κενό στους θεσμούς και στις οργανώσεις, για να το γεμίσει στη συνέχεια ένα πρόσωπο; Είναι ένα πρόβλημα. Υπάρχει κι άλλο ένα θέμα, λιγότερο αφηρημένο, πιο εμπειρικό. Από πού βγήκαν οι τεράστιοι χρηματικοί πόροι του Ομπάμα, που έκαναν μέχρι και την οικογένεια Κλίντον να φαίνεται άπορη; Μέχρι ποιο βαθμό υπήρξαν ο καρπός της κινητοποίησης των μαύρων, των γυναικών, των νέων; Κι οι άλλες πηγές, πόσες και ποίες ήταν; Η ιδέα μου είναι ξεκάθαρη και την εκφράζω με ξεκάθαρο τρόπο, για να μπορεί να συζητηθεί με σαφήνεια: ο Ομπάμα νίκησε, γιατί σε κάποια στιγμή το κατεστημένο διάλεξε τον Ομπάμα. Σε κάποια στιγμή: αρχικά, μόνο κάποια τμήματά του είχαν μπει μπροστά, τα πιο καλά πληροφορημένα, βλέποντας την τελική καταστροφή του Μπους κι έπειτα, με το ξέσπασμα της πραγματικής κρίσης, το μεγάλο κομμάτι του δεν είχε πια αμφιβολίες. Τότε το άτομο αυτό πέταξε ψηλά στις δημοσκοπήσεις, που δεν ήταν ασφαλώς ούτε αυτές αυθόρμητες. Στη δημοκρατία, νικά όποιος κατορθώνει να εμφανιστεί ως ο επόμενος νικητής. Με τη βοήθεια της επικοινωνιακής δύναμης. Η αλλαγή δεν είναι τίποτε άλλο από μια αλλαγή ηγεσίας, στην προσπάθεια ανάκτησης μιας ηγεμονίας που ξεγλιστράει. Κι επειδή πρόκειται για μια ηγεμονία του κόσμου όλου, χρειάζεται ένας παγκόσμιος ηγέτης. Μπορούσε να εκπληρώσει αυτή τη λειτουργία ο γερο-στρατιώτης ΜακΚέιν; Προφανώς, όχι. Δείτε τη μετατόπιση της παγκόσμιας κοινής γνώμης, δεξιάς, αριστερής και κεντρώας, πριν και μετά τις αμερικανικές εκλογές. Είναι εντυπωσιακή. Κι εδώ υπάρχει ένα κύμα. Για να αντισταθούμε, πρέπει να δεθούμε στο κατάρτι του πλοίου σαν τον Οδυσσέα, μιας που δεν μπορούμε να μη βλέπουμε και να μην ακούμε. Η αλήθεια είναι ότι οι αμερικανοί σήμερα χρωστούν τα πάντα στους Κινέζους. Εφάρμοσαν πράγματι κατά γράμμα το απόφθεγμα του Ντενγκ: δεν έχει σημασία αν η γάτα είναι άσπρη ή μαύρη, αυτό που έχει σημασία είναι να πιάνει τα ποντίκια. Αγαπητοί μου, εμείς είμαστε προορισμένοι να είμαστε τα ποντίκια. Πρέπει να βγάλουμε από το κεφάλι μας την ιδέα ότι το δημοκρατικό κόμμα είναι η αμερικανική αριστερά και το ρεπουμπλικανικό κόμμα είναι η αμερικανική δεξιά. Δεν είναι ούτε καν κεντροαριστερά και κεντροδεξιά, όπως θα ήθελαν οι δικοί μας οι παγκοσμιοποιημένοι υποστηρικτές της Ελιάς. Ο τέλειος δικομματισμός και η τέλεια κυβερνητική εναλλαγή λειτουργούν μόνο όταν υπάρχουν δυο κεντρικά κόμματα του συστήματος. Ναι, δυο διαφορετικοί συλλέκτες της συναίνεσης, που έχουν κατανεμηθεί κοινωνικά και τοπικά, δυο μπλοκ παραδοσιακών συμφερόντων, πολύ κινητικά και εγκάρσια, ακόμη και δυο κλίμακες αξιών και δικαιωμάτων. Τα πάντα όμως είναι προσανατολισμένα στη μοναδική αξία του μεγάλου “ξεχωριστού” έθνους. Οι ευρωπαϊκοί εθνικισμοί μας ωχριούν μπροστά στον αμερικανικό εθνικισμό. Μόνο που αυτός δεν ονομάζεται έτσι. Είναι η Αυτοκρατορία του Καλού, η σωτήρια δημοκρατική θρησκεία του σύμπαντος. Ποιος μπορεί σήμερα καλύτερα από ένα μαύρο ιεροκήρυκα να μαζέψει τις σημαίες που οι καταραμένοι νεοσυντηρητικοί άφησαν να πέσουν μέσα στη σκόνη του ατέλειωτου πόλεμου; Αν ο Μάλκομ X γίνεται Ομπάμα, αυτό συμβαίνει γιατί το καζάνι της τήξης λειτούργησε τέλεια. Δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος. Αντίθετα, πρόκειται για μια εξαιρετική ευκαιρία. Η Αμερική είναι ένας τόπος, όπου όλα είναι δυνατά: ένας μαύρος να μπει στο Λευκό Οίκο και να γίνει, συνεπώς, ό,τι ο οποιοσδήποτε λευκός. Υπάρχει κάτι καινούριο. Δεν είναι αυτό το θέμα. Μα την τέχνη του να τοποθετούμαστε απέναντι στο καινούριο όχι με όρους κατωτερότητας δεν την έχουμε μάθει; Το καινούριο δεν έχει αξία από μόνο του, μετριέται ανάλογα με την τωρινή μας κατάσταση, αν είμαστε σε θέση να το προσλάβουμε, να το διαχειριστούμε και να το υποτάξουμε. Σύμφωνα με όσα είπα πιο πάνω, απέναντι σε μια αλλαγή ηγεσίας στον αμερικανικό δικομματισμό, εγώ δεν κάνω μια στρατηγική επιλογή, αλλά μια επιλογή τακτικής. Ποιος με συμφέρει να κερδίσει, ποιος μού αφήνει μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων, ποιος μού επιτρέπει μεγαλύτερη ευχέρεια ελιγμών; Ήταν σκόπιμη η έξοδος από την κρίση με τον Ρούσβελτ, γιατί, έτσι, οι εργατικοί αγώνες μπορούσαν να επιβάλουν τον κεϊνσιανό συμβιβασμό. Ήταν σωστό να συμμαχήσουμε με τις ΗΠΑ, για να νικήσουμε στρατιωτικά τον ναζι-φασισμό. Μπορούσες να είσαι με τον Κένεντι, όταν είχες πίσω από τις πλάτες σου τη δύναμη του Κομουνιστικού Κόμματος Ιταλίας και την ισχύ της ΕΣΣΔ: δεν υπήρχε κίνδυνος τότε να μπεις στο προοδευτικό ρεύμα, απλά και μόνο υφιστάμενός το. Αντίθετα, σου ήταν χρήσιμο, για να ανανεώσεις τον δικό σου χώρο. Το ζήτημα είναι πάντα αυτό: την πρωτοβουλία ανανέωσης του αντίπαλού σου ή είσαι σε θέση να τη χρησιμοποιήσεις ή, διαφορετικά, γίνεσαι θύμα της. Γιατί πιστεύω ότι πρέπει να πω πως δεν μπορούμε σήμερα να λεγόμαστε οπαδοί του Ομπάμα; Απλά, επειδή είμαστε αδύναμοι. Δεν υπάρχει στον ορίζοντα καμία εναλλακτική δύναμη. Αυτή θα ήταν η στιγμή για μια μεγάλη πρωτοβουλία του ευρωπαϊκού σοσιαλισμού. Δεν μπορούμε να αναθέσουμε στον προφήτη του νέου παλαιού κόσμου να μας αναπληρώσει. Ας επιστρέψει πάλι την ηγεμονική πρακτική, πιθανά περνώντας από τις μονόπλευρες διεθνείς σχέσεις στις πολυμερείς, σ’ αυτούς που δίκαια την έχασαν. Ο σωστός τρόπος, για να τεθεί το ζήτημα, μιλώντας πολιτικά, με την ακριβή έννοια του όρου, είναι κατά την άποψή μου ο ακόλουθος: Ο Ομπάμα είναι σήμερα η νέα μορφή που παίρνει ο αντίπαλός μας. Πρέπει να ορισθεί εκ νέου και να επανατοποθετηθεί μια εναλλακτική πρόταση οργάνωσης κι αγώνα με βάση αυτό το νέο στοιχείο. Αρχίζει μια περίοδος με μεγαλύτερες δυσκολίες. Ήταν εύκολο να είμαστε ενάντια στον Μπους, θα είναι δύσκολο να είμαστε ενάντια στον Ομπάμα. Κλείνουν χώροι για τις εμπειρίες του κινήματος, το οποίο αποτελεί τη μοναδική μορφή υποκειμενικότητας που εμφανίστηκε τα τελευταία χρόνια –και δεν ήταν τυχαίο που αυτό έγινε σε παγκόσμιο επίπεδο– ενώ στον στίβο της πολιτικής, της εθνικής πολιτικής σκηνής, με την ευρωπαϊκή διοίκηση να ακολουθεί, ο Ατλαντισμός θα γίνει πιο σφιχτός. Ο μήνας του μέλιτος θα τελειώσει, αλλά θα διαρκέσει αρκετά. Εκτός των άλλων, ο νεαρούλης (!) είναι ξύπνιος, είναι πραγματιστής, είναι κυνικός, είναι πλεονέκτης, μέχρι που έχει και μια σταλιά χαρίσματος, είναι ευφυής, γιατί περιβάλλεται από άτομα ευφυή κατά μέσο όρο. Μια τέλεια μακιαβελική κατάληψη της εξουσίας. Κι αυτό συμβαίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής –τους βγάζω το καπέλο!– στη μόνη χώρα που είναι ακόμη σε θέση να ενστερνισθεί την κεντροευρωπαϊκή ρήση: εκεί όπου υπάρχει ο μεγαλύτερος κίνδυνος, εκεί είναι που υπάρχει κι η σωτηρία. Δείτε την ομιλία της νίκης: Αρχίζει έτσι: νέοι και γέροι, πλούσιοι και φτωχοί, δημοκρατικοί και ρεπουμπλικάνοι, μαύροι, άσπροι, ισπανόφωνοι, ασιάτες, αυτόχθονες Αμερικανοί, ομοφυλόφιλοι, ετεροφυλόφιλοι, ανάπηροι και μη ανάπηροι. “Είμαστε και πάντα θα είμαστε οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.” Τι πρέπει να κάνουμε; Να χειροκροτήσουμε, να σηκώσουμε τα χέρια για να χαιρετήσουμε, να κλάψουμε από συγκίνηση; Το ομολογώ. Έχω φθάσει πλέον στα μέγιστα όρια της αντοχής μου –και ο τόνος αυτού του κείμενου το μαρτυρά– γι’ αυτόν το μη πολιτικό, τον απολιτικό, τον αντιπολιτικό τρόπο πολιτικής ομιλίας. Μια παρένθεση. Κατάλαβα πολύ καλά πώς προχωράνε τα πράγματα σ’ αυτόν τον κόσμο και, σ’ αυτό το σημείο της μεγάλης ηλικίας μου, νομίζω ότι συμβαίνει ακριβώς αυτό: όποιος λεει “πλούσιοι και φτωχοί” είναι εχθρός μου. Αυτό είναι ένα πολιτικό κριτήριο, μια απόλυτη θεωρητική αλήθεια, ένα πρακτικό σημείο προσανατολισμού, που σας συμβουλεύω να καλλιεργήσετε στους εαυτούς σας σαν πολύτιμο λίθο. Έκλεισε η παρένθεση. Έρχομαι τώρα σε ένα σημείο του προβλήματος, για το οποίο αισθάνομαι κάποια αβεβαιότητα, επειδή νιώθω ότι εδώ υπάρχει κάτι που ξεκινάει από μένα, από το δικό μου τρόπο ύπαρξης, που θα μπορούσε να αποπροσανατολίζει και να οδηγεί σε λάθος εκτίμηση. Ζητάω λοιπόν και σ’ αυτό το σημείο μια συμβολή στη συζήτηση, ίσως και μια δυνατότητα να πεισθώ για το αντίθετο. Με λίγα λόγια. Ποιες είναι αυτές οι μάζες; Μιλάω για τα πλήθη του Σικάγου και για όλη αυτή τη μεγάλη κι έντονη εκστρατεία του Ομπάμα. Αλλά και για τα πλήθη του Τσίρκο Μάσιμο, στη Ρώμη, αν είναι περίπου τα ίδια, κι αυτό είναι συζητήσιμο. Τα κοιτάζω με περιέργεια και δυσπιστία. Μου φαίνονται φύλλα, που αιωρούνται στον άνεμο των λέξεων και των εικόνων, μεμονωμένα άτομα που έχουν μαγευτεί συλλογικά από τον ήχο της ομιλίας, αδιάφορα, για να μην πω εχθρικά, για τις ιδέες, για τα επιχειρήματα, για τις αναλύσεις. Ιδεατές πλατείες, ένας λαός της δυνητικής “δεύτερης ζωής,” που ο ίδιος δεν εκφράζει κάτι, αλλά θέλει να τον εκφράζει κάποιος. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτό δεν είναι κάτι νέο. Ο εικοστός αιώνας είδε ανάλογα φαινόμενα. Όμως, κατά τη γνώμη μου, υπάρχει μια διαφορά. Η εθνικοποίηση των μαζών, όπως και η κοινωνικοποίηση των μαζών, βασιζόταν σε δυνατές ιδέες. Οι άνθρωποι αποδέχονταν μια θεωρία, ενστερνίζονταν και εμπνέονταν από μια ιδεολογία. Η λατρεία του αρχηγού σήμαινε να ανήκεις σε ένα στρατόπεδο, να έχεις αναλάβει ένα σχέδιο. Έτσι, η μάζα γινόταν υποκείμενο. Κι εκτός των άλλων, η φυλή ή η τάξη ήταν αντικειμενικοί παράγοντες. Εδώ, σήμερα, δεν υπάρχει τίποτα από όλα αυτά. Υπάρχει μόνο η γοητεία της αφήγησης. Ο Ομπάμα δεν εκπροσωπεί τους μαύρους, εκπροσωπεί τους πάντες. Ο Βελτρόνι δεν εκπροσωπεί τους εργαζομένους, εκπροσωπεί τους πολίτες. Επομένως, αυτές οι πλατείες είναι γεμάτες με ένα τίποτα. Πρόκειται για ένα σοβαρό πρόβλημα, ίσως το σοβαρότερο. Πιστεύω ότι μαζί με το παρατηρητήριο της ελίτ, θα έπρεπε να συζητήσουμε και για ένα παρατηρητήριο των μαζών. Πώς να ξαναφέρουμε μέσα σ’ αυτή τη δυνητική πολιτική την αρχή της πραγματικότητας; Μόνοι μας, υποκειμενικά, δεν τα καταφέρνουμε. Χρειάζεται μια σεισμική δόνηση υψηλής έντασης, από κείνες που κάνουν τη βελόνα του σεισμογράφου να χορεύει. Το να λέμε, το να μιλάμε για την αριστερά, έτσι όπως αυτή είναι, μικρή ή μεγάλη, καταλήγει να γίνεται, μπροστά στο μέγεθος του προβλήματος, μια κουβέντα καφενείου γύρω από τον προπονητή της εθνικής. Μπορεί να μας βοηθήσει μόνο η ίδια η πραγματικότητα, πάντοτε όλο και πιο πλούσια, σε σχέση με μας, με τις απροσδόκητες πηγές που έχει, τις οποίες μπορούμε να εξετάσουμε και να χρησιμοποιήσουμε. Μα ποια πραγματικότητα ή ποιο κομμάτι της μας συμφέρει να βγει στην επιφάνεια; Εδώ, ο λόγος δυσκολεύει, μπορούμε να προφέρουμε μόνο ένα μέρος του, ενώ ολόκληρος δεν μπορεί να ειπωθεί. Εγώ, ακόμη κι αν είχα αμφιβολίες, αυτή τη στιγμή δεν έχω: καλύτερα η κρίση παρά η ανάπτυξη, καλύτερα η σύγκρουση παρά η συμφωνία, καλύτερα η σκληρή διαίρεση του κόσμου παρά η ειρηνική ενότητα. Μιλώ, ρεαλιστικά, για το ευνοϊκότερο έδαφος όπου θα μπορούσε να εμφανισθεί ένα εναλλακτικό συλλογικό υποκείμενο. Το οποίο δεν θα έρθει μόνο του, χωρίς μια πολιτική παρέμβαση από ψηλά, για να προτείνει ιδέες και για να οργανώσει.

Η υπόσχεση του Ομπάμα

της Rossana Rossanda

Άρθρο στο Il Manifesto στις 28 Ιανουαρίου 2009.
Η “προβοκατόρικη επιστολή” του Μάριο Τρόντι προς τους φίλους του Κέντρου Μεταρρύθμισης του Κράτους εναντίον των μεσσιανικών προσδοκιών, οι οποίες έχουν εναποτεθεί στον Μπάρακ Ομπάμα, μού φαίνεται ότι απευθύνεται περισσότερο προς το Ιταλικό Δημοκρατικό Κόμμα, παρά προς το νέο πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Ομπάμα δεν παριστάνει κάτι που δεν είναι, ορκίστηκε στο σύνταγμα της χώρας του, έχει σκοπό να της ξαναδώσει το χαμένο της γόητρο χωρίς πόλεμους και θέτοντας πάλι σε ισχύ τα πολιτικά δικαιώματα, δεν δηλώνει κομουνιστής, ούτε σοσιαλιστής, ούτε σοσιαλδημοκράτης –λέξεις που δεν έχουν μεγάλη σημασία στις Ηνωμένες Πολιτείες. Είναι ένας αμερικανός δημοκρατικός και υπόσχεται ένα μόνο πράγμα: να αλλάξει τη γραμμή της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής του Τζορτζ Μπους.

Θα μπορέσει να την αλλάξει στο βαθμό και με τον τρόπο που μπορεί να την αλλάξει ένας εκλεγμένος πρόεδρος του Δημοκρατικού Κόμματος, δηλαδή, μέσα σε ένα καπιταλιστικό σύστημα, όπου η αγορά, με τα δικά του λόγια, είναι ανίκητη κι αποτελεί το μόνο πράγμα που γνωρίζουν και προσδοκούν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Είναι πολύ; Είναι λίγο; Δεν είναι λίγο. Ο καπιταλισμός έχει πολλά πρόσωπα και κανένα απ’ αυτά δεν είναι αξιαγάπητο, όμως, εδώ και αρκετά χρόνια, όπως γράφει ο Πολ Κρούγκμαν, μας δείχνει ένα από τα χειρότερα. Που δε γεννήθηκε με το Μπους, αλλά εδραιώθηκε με το Ρέιγκαν. Ο άξονάς του ήταν ένας άγριος φιλελευθερισμός, που ήδη είχε αποτύχει, όταν τον διακήρυττε ο φον Χάγιεκ, αλλά τον διακήρυξαν και πάλι ο Μίλτον Φρίντμαν και τα παιδιά-του του Σικάγο, τους οποίους τους ακολούθησαν με ενθουσιασμό το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, οι Κεντρικές Τράπεζες, καθώς και οι Συνθήκες της νέας Ευρώπης. Τον είχε εγκαινιάσει η Θάτσερ το 1974, με την ήττα των εργατικών, και η κατάρρευση των “υπαρκτών σοσιαλισμών” το 1989 ώθησε τα κόμματα που ακόμα ονομάζονταν κομουνιστικά να συναινέσουν, συγκεχυμένα και μετανιωμένα. Έτσι, έγινε κομμάτια ό,τι απόμενε από τον “ήπιο καπιταλισμό” στιλ Ρούσβελτ κι αργότερα Κέϊνς.

Η οπισθοδρόμηση στις συνθήκες ζωής και συνείδησης των υποδεέστερων τάξεων ήταν μεγάλη, το τεχνολογικό άλμα, που μπορούσε να τις απελευθερώσει τις συνέθλιψε και τις έκανε να ζουν μέσα σε πλήρη επισφάλεια, οι εκπρόσωποί τους εξασθένησαν και πολτοποιήθηκε αυτό που θεωρούσαν οι ευρωπαίοι ως δημοκρατία –όχι μόνο το να ψηφίζει κανείς κάθε τέσσερα ή πέντε χρόνια, αλλά να διαπραγματεύεται τους μισθούς και να έχει δικαιώματα, που να ανήκουν σε μια άλλη αντίληψη για την κοινωνία. Στη μεταπολεμική περίοδο, τα κράτη της ευρωπαϊκής δύσης προσπάθησαν να διαχειριστούν την ταξική σύγκρουση, ενώ, από τα μέσα της δεκαετίας του ‘70, και πολύ ορμητικά από το ’89 κι έπειτα, αρνήθηκαν μέχρι και την ύπαρξή της. Η παραγωγή, όπως είχε πει μέχρι και ο Μπερλινγκουέρ, γινόταν μια αξία από μόνη της. Μ’ αυτό το θέμα, συνέδεσε ο Μπους τον “διαρκή πόλεμο,” στηρίζοντας την εσωτερική διαχείρισή του πάνω στο Patriot Act (και πρέπει να τονίσουμε, ότι μόνο το Μανιφέστο το αντιλήφθηκε αμέσως). Ακόμη κι η Ευρωπαϊκή Ένωση φτιάχτηκε μ’ αυτή τη φιλοσοφία, κι ακόμη κι όταν ο Μπους ποδοπατούσε τις ωραίες αρχές, με τις οποίες εκείνη συγκάλυπτε τις δεσμεύσεις της σταθερότητας, τον ανταγωνισμό και την ανταγωνιστικότητα, δήλωνε σύσσωμη πως ήταν αμερικανική (εξαιρούμενης της Γαλλίας).

Αυτό που συνέβη και διευκόλυνε την επιτυχία του Ομπάμα είναι ότι η φιλελεύθερη θεωρία και πρακτική εκτροχιάστηκαν παταγωδώς. Δεν ήταν η αριστερά, η εργατική τάξη ή τα πλήθη που την εκσφενδόνιζαν έξω από τις ράγιες, αλλά η υπερτροφία του χρηματιστικού τομέα –πέρα από τη δυνητικότητα του τμήματος εκείνου, πάνω στο οποίο μπόρεσε να αναπτυχθεί το σπεκουλάρισμα των ασύλληπτων κερδών στις επενδύσεις παραγωγής υλικών ή άυλων αγαθών. Αυξήθηκε η κερδοσκοπία, το χρήμα γινόταν εμπόρευμα, που ήταν σε θέση να πολλαπλασιαστεί πάνω στο τίποτα, με βάση ανείσπρακτα χρέη, με βάση “τοξικούς” τίτλους, που οι τράπεζες κι οι ασφαλιστικές εταιρίες, αφού είχαν στύψει πέρα από κάθε όριο τους καταναλωτές, για χρόνια τα κυκλοφορούσαν και τα μεταπωλούσαν μεταξύ τους, πριν υποχρεωθούν να δηλώσουν ξαφνικά, το 2008, μια χρεοκοπία αφάνταστων διαστάσεων. Τώρα, τα κράτη προσφεύγουν στους κρατικούς πόρους, οι οποίοι όμως θα πληρωθούν από τους φορολογούμενους, για να σώσουν τις τράπεζες. Οι μεγάλες επιχειρήσεις, αρχίζοντας από τις αυτοκινητοβιομηχανίες, που χάνουν τους καταναλωτές, ζητούν κι αυτές βοήθεια. Αυτό που φαινόταν βλασφημία, από τη μια στιγμή στην άλλη, έγινε καλό κι άρχισε να προωθείται από το σινάφι των φιλελεύθερων οικονομολόγων.

Πόσο μάλλον που δίνεται δωρεάν, χωρίς αντάλλαγμα, μ’ εξαίρεση το Ηνωμένο Βασίλειο κι ίσως και τις ΗΠΑ. Αν αυτή την κατάρρευση της οικονομίας, που έχει ως επακόλουθο δεκάδες χιλιάδες, σε λίγο καιρό, εκατομμύρια απολύσεις και μια αυξανόμενη ανεργία, ο Ομπάμα κατορθώσει να τη χαλιναγωγήσει και να επιβάλει πάλι κάποιους έλεγχους, αυτή θα είναι μια καλή εξέλιξη. Δεν είναι βέβαιο ότι θα τα καταφέρει, αλλά σίγουρα δεν μπορούν να την αντιμετωπίσουν από μόνες τους η εργατική τάξη κι οι μάζες, που έχουν μείνει χωρίς μνήμη και χωρίς να υπάρχει ούτε μια οργάνωση που να μην παραπαίει. Επίσης, αν ο Ομπάμα κατορθώσει να σταματήσει τον πόλεμο, αυτό θα είναι μια άλλη καλή εξέλιξη, αλλά δεν είναι σίγουρο ότι θα το κατορθώσει με τόσο μίσος που έσπερναν στη Μέση Ανατολή και με την απόλυτη αδικία που διατηρείται εδώ και σαράντα χρόνια στη σύγκρουση μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστινίων. Παρόλο που είναι σκληρό να το αναγνωρίσουμε, υπάρχει μια εξάρτηση από τη στρατιωτική κι ακόμη και την οικονομική δύναμη των Ηνωμένων Πολιτειών, ώστε μια έστω και μερική αλλαγή πλεύσης τους να ανοίγει πάλι κάποια περιθώρια. Θα θελήσει να το προσπαθήσει αυτό ο Μπάρακ Χουσεΐν Ομπάμα; Θα τα καταφέρει; Ο Τρόντι αμφιβάλλει και σε κάθε περίπτωση δεν του είναι αρκετό. Όμως υπερβάλει στις αμφιβολίες του.

Αυτή η επανάσταση, στην οποία έδωσε φωνή ο Ομπάμα, είναι συμβολική, είναι η μόνη που φαίνεται πιθανή σe σε τέτοιους καιρούς ακόμη και σε πολλούς μεταξύ των συνομιλητών του CRS. Οι συμβολικές επαναστάσεις είναι, σε κάθε περίπτωση, λιγότερο δύσκολες από αυτές που στοχεύουν στις ρίζες των ρυθμίσεων της ιδιοκτησίας και της εξουσίας κι οι οποίες, δίχως άλλο, είναι αναγκαίες. Οι ΗΠΑ που τώρα ενθρόνισαν τον Ομπάμα είναι η ίδια η χώρα που είχε ψηφίσει με μεγάλη πλειοψηφία υπέρ της δεύτερης θητείας του Μπους, ενώ η φρίκη και τα ψέματα του πόλεμου του ήταν ήδη γνωστά. Ήταν απαραίτητο κάποιος να το ξυπνήσει εκείνο το 16 τοις εκατό περίπου από τον ύπνο της αποχής, ίσως οι πολλοί νεκροί ενός “διαρκούς πόλεμου,” και βέβαια έπρεπε να ήταν ένας υποψήφιος πιο δυνατός από τον Κέρι ή από μόνη της η Χίλαρι. Οι πρώτες κινήσεις του Ομπάμα επιβεβαίωσαν, με το άμεσο κλείσιμο του Γκουαντάναμο, στην ουσία του Patriot Act, και με το να θέτει τη διαπραγμάτευση πάνω και πριν από τον πόλεμο, ότι δεν είναι ένας ξασπρισμένος μαύρος. Το λεει και –ας την πούμε έτσι– η προσεκτική αντιμετώπιση της Ευρώπης και το γεγονός ότι έμεινε ακάλυπτος όχι μόνο ο Μπερλουσκόνι –έχει δίκιο η Ντομινιγιάνι– αλλά κι ο Σαρκοζί, για να μη μιλήσουμε για την ανησυχία του Ισραήλ, που βιάστηκε να τελειώσει την επιδρομή στη Γάζα όσο ακόμη διαρκούσε η θητεία του Μπους και των δικών του. Άλλο είναι να λες ότι η μετάβαση σ’ έναν καπιταλισμό λιγότερο πολεμοχαρή, που μοιάζει περισσότερο μ’ ένα “σοσιαλδημοκρατικό συμβιβασμό,” δεν αρκεί: Δεν αρκεί στον Τρόντι, ούτε και σε μένα.

Αλλά δεν θα ανάθετα μια επανάσταση στον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών. Εμένα, ο Ομπάμα μ’ ενδιαφέρει, γιατί η επίδρασή του στην άτονη Ευρώπη θα είναι ίσως η συνένωση των δυνάμεων εκείνου του παλιού και του νέου προλεταριάτου, που σήμερα πνίγεται και μοιάζει να έχει συντριβεί. Αντίθετα από τον Τρόντι, εγώ δεν πιστεύω ότι η μέγιστη ανασφάλεια, η εκμετάλλευση κι η καταπίεση τροφοδοτούν περισσότερο, αν τροφοδοτούσαν ποτέ, μια επαναστατική συνείδηση. Το πολύ-πολύ να τροφοδοτούν τις εξεγέρσεις, που για τα κράτη είναι ένα ζήτημα δημόσιας τάξης. Ούτε τα κινήματα είναι σε θέση να αποτελέσουν μια οργανωμένη δύναμη, ικανή για την ηγεμονία. Μου φαίνεται ότι αυτή πρέπει να οικοδομηθεί απ’ την αρχή. Όπως ο Τρόντι και –θα πρόσθετα– κι η Ρίτα Ντι Λέο, είμαι ένας άνθρωπος του χίλια εννιακόσια και ελπίζω να μην είμαι τελείως βαλσαμωμένος: σύμφωνα μ’ έναν ορισμό, που δεν είχε καθόλου την πρόθεση να ήταν αγενής, ενός από τους συνομιλητές, στους οποίους απευθυνόταν η “προβοκατόρικη επιστολή,” του Ματία Ντιλέτι. Επειδή μεταξύ μας υπάρχει ένα κοινό λεξιλόγιο, το οποίο για τους νεότερους έχει αλλάξει. Ένα τοπίο λεει διαφορετικά πράγματα σ’ έναν γεωλόγο, σ’ έναν αγρονόμο, σ’ έναν γαιοκτήμονα, σ’ έναν αγρότη, σ’ έναν ζωγράφο, ανάλογα μ’ αυτόν που το κοιτάζει. Αυτά τα τελευταία τριάντα χρόνια, τα βλέμματα έχουν αλλάξει περισσότερο από τα τοπία. Δεν θα ήταν κακό αν δεν βιάζονταν να μπουν στην άκρη, το αντίθετο, μάλιστα. Ανάμεσα στον Μάριο Τρόντι και σε μένα, που μας χωρίζει η αντίληψη για την φύση των δρώντων, οι οποίοι μπορούν να προκαλέσουν μια βασική διαφοροποίηση στις κοινωνικές σχέσεις, είναι κοινή η εστίαση στις σχέσεις ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και στους παράγοντες που ρυθμίζουν μια κοινωνία, όχι με μοναδικό τρόπο, αλλά με μια πρωταρχική έννοια. Για τους νεότερους, δεν είναι έτσι. Όμως θα άξιζε τον κόπο να το συζητούσαμε κάποτε κι αυτό.

Μετάφραση Τόνιας Τσίτσοβιτς

Advertisements