Για να θυμόμαστε το Ολοκαύτωμα με ακρίβεια

Posted on Φεβρουαρίου 12, 2010 από

0


από την σελίδα των terminal119

του Yehuda Bauer
26/01/2010

Παρά το δυσανάλογα μεγάλο αριθμό των εβραίων θυμάτων του Σταλινισμού, κανείς δεν μπορεί να μιλά για γενοκτονία των εβραίων στα χέρια των Σοβιετικών.

Αύριο πολλές χώρες θα τιμήσουν τη διεθνή μέρα για τη μνήμη του Ολοκαυτώματος που καθιερώθηκε το 2005 από τον ΟΗΕ. Ωστόσο, ταυτόχρονα, υπάρχει ένα κίνημα εν εξελίξει που διακηρύσσει μια δεύτερη μέρα, διαφορετική, για να ενθυμούμαστε τα θύματα των Ναζί – αλλά σε αυτό το νέο κίνημα θα θυμούνται μαζί με αυτά και τα θύματα του Σταλινισμού. Υπάρχουν πλέον λόγοι για να σοβαρή ανησυχία σχετικά με τις επαναλαμβανόμενες προσπάθειες να εξισωθούν οι γενοκτονικές πολιτικές του ναζιστικού καθεστώτος, με το Ολοκαύτωμα στο κέντρο τους, με άλλες δολοφονικές και καταπιεστικές πράξεις – μια εξίσωση που όχι μόνο υποβαθμίζει και σχετικοποιεί τη γενοκτονία των Εβραίων που διαπράχτηκε από το ναζιστικό καθεστώς αλλά αποτελεί επίσης και μια ψευδολογική αναθεώρηση της πρόσφατης παγκόσμιας ιστορίας.

Το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο πέρασε ένα ψήφισμα (2 Απρίλη 2009) που καθορίζει την 23η Αυγούστου ως μέρα μνήμης για τα θύματα και των δύο καθεστώτων . Η 23η Αυγούστου το 1939 ήταν η μέρα όπου συνάφθηκε η διαβόητη συμφωνία Ρίμπεντροπ-Μολότοφ μεταξύ ναζιστικής Γερμανίας και Σοβιετικής Ένωσης. Για να είναι πολιτικά ορθοί, το Ολοκαύτωμα αποκλείστηκε από αυτή τη σύγκριση. Αυτό το ψήφισμα ακολουθεί ένα παρόμοιο ψήφισμα που πέρασε από τη γερουσία της Τσεχικής Δημοκρατίας στις 3 Ιούνη 2008 το οποίο διακήρυσσε ότι «τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που διαπράχτηκαν από τα κομμουνιστικά καθεστώτα σε όλη την υφήλιο θα πρέπει να είναι γνωστά σε όλους τους Ευρωπαίους στον ίδιο βαθμό [sic] που ήταν και τα εγκλήματα του καθεστώτος των Ναζί».

Δεν μπορεί να υπάρξει καμιά αμφιβολία για τα εγκλήματα της βίαιης και συχνά δολοφονικής καταπίεσης εκ μέρους του Σοβιετικού καθεστώτος μέσα και εναντίον των χωρών της ανατολικής Ευρώπης. Στα βαλτικά κράτη, που κατελήφθησαν από την ΕΣΣΔ τις περιόδους 1940-1941 καθώς και 1944-1989/91, για παράδειγμα, δεκάδες χιλιάδες ντόπιοι εξορίστηκαν και πολλοί από αυτούς πέθαναν ενώ αρκετοί γύρισαν στις χώρες τους πολλά χρόνια αργότερα με διαλυμένα τα σώματα και τις ψυχές τους, ενώ παράλληλα χιλιάδες άλλοι φυλακίστηκαν ή δολοφονήθηκαν ή πέθαναν στις φυλακές. Οι ντόπιοι κομμουνιστές – και ήταν πολυάριθμοι – κυβερνούσαν αυτές τις χώρες και υπάκουαν τυφλά στις εντολές από τη Μόσχα, αλλά δεν σχεδίασαν οποιοδήποτε σχέδιο εξόντωσης των ανατολικοευρωπαϊκών εθνοτήτων ως τέτοιων.

Μεταξύ των εξορισμένων, βασανισμένων και δολοφονημένων ανθρώπων, οι Εβραίοι ήταν πολύ περισσότεροι αναλογικά με το συνολικό ποσοστό του πληθυσμού. Επρόκειτο για βάναυση και δολοφονική καταπίεση αλλά όχι για γενοκτονία είτε εις βάρος τους είτε εις βάρος άλλων εθνοτικών ομάδων. Πρέπει να ειπωθεί βέβαια ότι ένα ορισμένο ποσοστό αυτών που υπέστησαν διώξεις στην αμέσως μετά τον πόλεμο περίοδο ήταν στα αλήθεια συνεργάτες των Ναζί. Ωστόσο, το να συγκρίνεις όλα αυτά με τη δολοφονία πολλών εκατομμυρίων Ευρωπαίων από το ναζιστικό καθεστώς αποτελεί διαστρέβλωση της ιστορίας.

Επιπλέον, αν πρόκειται να θυμόμαστε όλα τα θύματα εξίσου, δε βγάζει νόημα ο αποκλεισμός των Εβραίων που δολοφονήθηκαν στο Ολοκαύτωμα. Παρά τις δηλώσεις τους περί του αντίθετου, περιλαμβάνονται κι αυτά τα θύματα. Θα έπρεπε να θυμόμαστε πως το λεγόμενο «Γενικό Ανατολικό Σχέδιο» (Generalplan Ost) που αναπτύχθηκε από τη ναζιστική Γερμανία στα 1941/1943 προγραμμάτιζε την εξόντωση «ως τέτοιων» – για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία της Σύμβασης για τη Γενοκτονία που υπέγραψε ο ΟΗΕ το 1948 – τριών βαλτικών εθνών, καθώς και την αναγκαστική εκ-γερμάνιση των Πολωνών και των Τσέχων, τέλος, τον εκτοπισμό και την εν μέρει δολοφονία και, μετά από τη γερμανική νίκη, την πλήρη εξόντωση των Εβραίων. Τα σχεδιασμένα βήματα των Ναζί μας φαίνονται σήμερα φανερά συνδεδεμένα μεταξύ τους. Και πάλι, λοιπόν, η δήλωση ότι το Ολοκαύτωμα αποκλείεται από αυτή τη νέα μέρα μνήμης είναι ξεκάθαρα δίχως κανένα νόημα.

Φυσικά, τα γερμανικά μεταπολεμικά σχέδια δεν ήταν γνωστά στα πιθανά μελλοντικά τους θύματα. Τα άλλα έθνη επρόκειτο να καταστραφούν, «ως τέτοια», αλλά οι Εβραίοι επρόκειτο – όλοι τους – να εξοντωθούν όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά επίσης παντού στη Γη (υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις για αυτό τον ισχυρισμό σήμερα). Τώρα σε ότι αφορά στους Σοβιετικούς, παρά την όλη βαναυσότητά τους, δεν σχεδίαζαν κάτι παρόμοιο.

ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ το οποίο θα ήθελα να παρουσιάσω εδώ βασίζεται στην επίσημη αναφορά, η οποία γράφτηκε στην αγγλική γλώσσα, της Λετονικής Επιτροπής Ιστορίας σε σχέση με τα σοβιετικά και ναζιστικά εγκλήματα στη Λετονία (Η κρυμμένη και μυστική ιστορία της Λετονίας υπό τη σοβιετική και τη ναζισιτκή κατοχή, 1940-1991 – Έρευνα της Επιτροπής Ιστορικών της Λετονίας, Ινστιτούτο Ιστορίας της Λετονίας, τόμος 14, Ρίγα 2005)[i].

Επιλέγω τη Λετονία επειδή είναι μια δημοκρατική χώρα που πέτυχε την ανεξαρτησία της από τους σοβιετικούς από εντελώς αξιοθαύμαστη άοπλη εξέγερση που πιστοποιεί και τα δημοκρατικά της διαπιστευτήρια.

Δεν θα μπορούσε να υπάρξει αμφιβολία ότι τα τρία βαλτικά κράτη ήταν, προ του πολέμου, κάτω από φοβερή πίεση από τις δύο γειτονικές τους υπερδυνάμεις, τη ναζιστική Γερμανία και τη σταλινική ΕΣΣΔ. Στη Λετονία υπήρχε παραδοσιακή και ριζοσπαστική αντιπολίτευση εναντίον των Γερμανών. Οι Γερμανοί βαρόνοι είχαν κυβερνήσει και καταπιέσει τους Λετονούς για αιώνες ολόκληρους. Οι Λετονοί κομμουνιστές ήταν από τις βασικές ομάδες που έσπρωξαν τους Μπολσεβίκους στην εξουσία το 1917, αλλά η ανεξάρτητη Λετονία μεταξύ των πολέμων, δικαιολογημένα φοβούμενη το σοβιετικό ιμπεριαλισμό, είχε αναπτύξει πρώτη και μια φιλελεύθερη κυβέρνηση η οποία ωστόσο έπειτα απόγινε αυταρχικό κράτος υπό την κεντροδεξιά δικτατορία του Karlis Ulmanis (η Λιθουανία και η Εσθονία αναπτύχθηκαν παρόμοια και μέχρι τη δεκαετία του ’30 είχαν γίνει επίσης ολοκληρωτικές χώρες υπό τις ηγεσίες του Antanas Smetona και του Konstantin Päts αντίστοιχα). Υπήρχαν βέβαια και ντόπιοι υποστηρικτές των Ναζί και ντόπιοι υποστηρικτές των Σοβιετικών οι οποίοι αντιτίθεντο στο καθεστώς του Ulmanis.

Το 1939, ως αποτέλεσμα του Συμφώνου Μολότοφ-Ρίμπεντροπ, η Λετονία πέρασε στη σοβιετική επιρροή. Το 1940 κατελήφθη και προσαρτήθηκε στη Σοβιετική Ένωση. Θα έπρεπε να αναγνωρίσουμε ότι οι Λετονοί κομμουνιστές είχαν αρκετή επιρροή κατά τόπους και ότι κομμάτια του αγροτικού πληθυσμού αρχικά καλωσόρισαν την αναδιανομή της γης που εφαρμόστηκε από το κομμουνιστικό καθεστώς. Οι υποστηρικτές των κομμουνιστών στη Λετονία, υπό την ηγεσία του August Kirhensteins (όπως και του Justas Paleckis στη Λιθουανία) μπορεί να μην ήταν κεντρικές φιγούρες στην κοινωνία τους αλλά σε καμία περίπτωση δεν ήταν και περιθωριοποιημένοι.  Υπήρχε, ωστόσο, εθνική καταπίεση, πολιτικές διώξεις, η εισαγωγή της κυριαρχίας του ενός και μοναδικού κόμματος κατά το σοβιετικό στιλ τον Ιούνιο του 1941 και βέβαια, λίγο πριν τη γερμανική εισβολή, βάναυσες απελάσεις έλαβαν χώρα προς τη Σιβηρία.

Έτσι, όταν οι Γερμανοί επιτέθηκαν τον Ιούνη του 1941, οι περισσότεροι Λετονοί – όπως και οι άλλοι Βαλτικοί γείτονές τους – πήραν το μέρος τους. Οι Γερμανοί δεν τους έδωσαν βέβαια αυτονομία –όπως ήλπιζαν πολλοί – και δεν το συζητάμε για ανεξαρτησία. Ωστόσο, υπήρξε μαζική συνεργασία στις διώξεις και τις δολοφονίες εις βάρος ιδιαίτερα των εβραίων της Λιθουανίας και της Λετονίας και βέβαια οι περισσότεροι εβραίοι δολοφονήθηκαν από τα χέρια των Λιθουανών και των Λετονών υπό την επίβλεψη της Γερμανίας. Επίσης, οι δυνάμεις της Βαλτικής αστυνομίας, που στελεχώθηκαν και από Γερμανούς, συμπεριλαμβανομένων των Λετονών, αποτέλεσαν πολύ σημαντικό κομμάτι της γερμανικής δολοφονικής μηχανής εναντίον των Εβραίων της Λευκορωσίας, της Πολωνίας αλλά ακόμη και της Ουκρανίας. Ωστόσο, ούτε αυτό το γεγονός στάθηκε ικανό αλλά  ούτε και η ίδρυση και στρατολόγηση των Λετονικών μονάδων SS, αργότερα στον πόλεμο, αφού οι Εβραίοι είχαν στην πράξη εξοντωθεί δεν άλλαξε τη γερμανική αποικιοκρατική πολιτική προς τους λαούς της Βαλτικής, συμπεριλαμβανομένης της Λετονίας,

Σιγά-σιγά, λετονικές ομάδες αντίστασης άρχισαν να αναπτύσσονται υπό γερμανική κατοχή. Δεν ήταν ούτε πολύ εντυπωσιακές ούτε πολύ αποτελεσματικές και οι πρόσφατες προσπάθειες να αναδειχθούν αυτές ως ο βασικός πυλώνας πατριωτισμού και αντι-ναζισμού δεν μας είναι και πολύ πειστικές. Οι σοβιετικοί αντάρτες, συνήθως καθοδηγούμενοι ατομικά από κομμουνιστές της Βαλτικής ή και υποστηρικτές του σοβιετισμού, κέρδισαν υποστήριξη. Τότε, επέστρεψαν οι Σοβιετικοί μαζί με τις μονάδες του Λετονικού Κόκκινου Στρατού. Η πρώτη σοβιετική κατοχή είχε κρατήσει ένα χρόνο (1940-1941) ενώ η δεύτερη κατοχή κράτησε περίπου 45 χρόνια, μέχρι και την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης.

Διέπραξαν οι Σοβιετικοί οποιαδήποτε γενοκτονία στα κατεχόμενα Βαλτικά κράτη και ιδιαίτερα στη Λετονία; Υπήρχαν περίπου δύο εκατομμύρια κάτοικοι στη Λετονία το 1939, εκ των οποίων το 75% εθνοτικά ήταν Λετονοί. Οι υπόλοιποι ήταν Ρώσοι, Γερμανοί και περίπου 95,000 από αυτούς (ή αλλιώς το 5%) ήταν Εβραίοι. Οι Σοβιετικοί συνέλαβαν, φυλάκισαν και έκαναν διώξεις περίπου 3,000 ανθρώπων στη Λετονία ενώ απέλασαν άλλους 15,400 κατά τη διάρκεια κυρίως της πρώτης κατοχής. Όλοι μαζί αυτοί ήταν λιγότερο από το 1% του συνολικού πληθυσμού. Ενώ ένας μεγάλος αριθμός από αυτούς τους απελαθέντες τελικά επιβίωσε. Διαλυμένος φυσικά και ψυχικά αλλά επιβίωσε. Από αυτούς τους 15,400 το 11,7% ήταν Εβραίοι, οπότε ο αριθμός των Εβραίων θυμάτων από αυτό το πρώτο γύρο της σταλινικής καταπίεσης ήταν τουλάχιστον δύο φορές δυσανάλογο σε σχέση με την παρουσία τους στο γενικό πληθυσμό. Και από τους υπόλοιπες ομάδες πληθυσμού που κυνηγήθηκαν δεν ήταν βέβαια όλοι εθνοτικά Λετονοί.

Κατά τη διάρκεια της δεύτερης και μακρύτερης κατοχής, οι Σοβιετικοί απέλασαν τουλάχιστον 43,000 Λετονούς πολίτες. Μαζί με το πρώτο κύμα απελάσεων, το συνολικό μέγεθος έφτασε το 3,3% του πληθυσμού – και πάλι, πολλοί από τους απελαθέντες, αν και σίγουρα όχι όλοι τους, επέστρεψαν τελικά πίσω. Και, παρόλο που οι Γερμανοί με την ενεργό συμμετοχή των ντόπιων κατοίκων είχαν εντωμεταξύ δολοφονήσει το 95% των Λετονών Εβραίων, υπήρχαν ακόμα αρκετοί Εβραίοι μεταξύ των απελαθέντων του δεύτερου κύματος από τους Σοβιετικούς. Δύσκολα θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για γενοκτονία εις βάρος των Λετονών. Και παρά το δυσανάλογα μεγάλο αριθμό των Εβραίων θυμάτων του Σταλινισμού, ούτε περί γενοκτονίας των Εβραίων από τα σοβιετικά χέρια θα μπορούσαμε να μιλήσουμε.

Η λετονική εθνική ιστορία έχει παραχαραχθεί από τους Σοβιετικούς, οι λετονικοί πολιτιστικοί θεσμοί μετασχηματίστηκαν και μετατράπηκαν σε όργανα της κομμουνιστικής προπαγάνδας και οποιοδήποτε ίχνος εθνικής αυτονομίας βάναυσα κατεστάλη. Ωστόσο, η λετονική γλώσσα δεν απαγορεύθηκε και ένα σύνολο λετονικών εθνοτικών παραδόσεων διατηρήθηκε. Στα ηνία της Λετονίας διατηρήθηκαν Λετονοί κομμουνιστές, παρά το ότι στην πραγματικότητα το πρόσταγμα βρισκόταν στα χέρια των Ρώσων. Αλλά βέβαια οι Σοβιετικοί απαγόρευσαν την εβραϊκή γλώσσα και με  τον καιρό κατέστειλαν επιτυχώς της διαλέκτου της χρήσης των Γίντις. Οι λετονικοί θεσμοί μετασχηματίστηκαν ενώ οι εβραϊκοί θεσμοί εξαφανίστηκαν.

Υπήρξε μαζική μετανάστευση μη-Λετονών μέσα στη Λετονία – και είναι ακόμα ασαφές αν αυτό αποτελούσε μια ευθεία προσπάθεια να αναμείξουν τη λετονική εθνότητα ή όχι (το τσαρικό καθεστώς είχε προσπαθήσει κάτι παρόμοιο παλιότερα). Όπως και να έχει, ήταν μια βάναυση καταπίεση αλλά γενοκτονία σίγουρα δεν ήταν. Αν είχε λάβει χώρα μια γενοκτονία, δεν θα υπήρχε καμία πιθανότητα για έναν τελικό αγώνα για ανεξαρτησία, η οποία επετεύχθη με την αποσύνθεση του κομμουνιστικού ιμπεριαλισμού: έτσι οι Λετονοί δημοκράτες μπόρεσαν να απελευθερώσουν τη Λετονία.

ΔΥΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ θέματα αναδύονται τώρα: το ένα, η συνεργασία της πλειοψηφίας των Λετονών (και τω Λιθουανών και των Εσθονών) με τους Γερμανούς, όχι αναγκαστικά λόγω κάποιας συμπάθειας με τη ναζιστική Γερμανία αλλά επειδή η εναλλακτική ήταν το μισητό σοβιετικό καθεστώς. Αυτό συνέβαλε στη συνεργασία μεγάλου αριθμού των ντόπιων κατοίκων, ενεργά ή διά της σιωπηλής συναίνεσης, στην εξόντωση των Εβραίων. Ο αντισημιτισμός εξάλλου πριν το 1939 δεν θα έπρεπε να αγνοηθεί.

Επίσης δεν είναι λιγότερο προβληματική αυτή η αποσύνδεση μεταξύ των βαλτικών αντιλήψεων και των αντιλήψεων της κεντρικής και δυτικής Ευρώπης για τον ιστορικό ρόλο της ΕΣΣΔ στον πόλεμο εναντίον της Γερμανίας των Ναζί. Αυτό δεν θα έπρεπε να το πάρουμε ελαφρά τη καρδία. Μπορεί να είναι αρκετά λογικό ότι η Σοβιετική απειλή ήταν και παραμένει στα μυαλά των Βαλτικών εθνικών και άρα να εξισώνουν Σταλινισμό και Ναζισμό. Αλλά αυτό ιστορικά είναι ένα λάθος.

Και τα δύο καθεστώτα ήταν ολοκληρωτικά, ωστόσο ήταν και διαφορετικά. Η μεγαλύτερη απειλή στην ανθρωπότητα ήταν η ναζιστική Γερμανία και ο σοβιετικός στρατός ήταν αυτός που απελευθέρωσε την ανατολική Ευρώπη, ήταν η κεντρική δύναμη που νίκησε τη ναζιστική Γερμανία και έτσι έσωσε την Ευρώπη και τον κόσμο ολόκληρο από το ναζιστικό εφιάλτη. Στην πραγματικότητα, άθελά τους, οι Σοβιετικοί έσωσαν τα βαλτικά έθνη, τους Πολωνούς, τους Ουκρανούς, τους Τσέχους και άλλους από τη σκοπούμενη επέκταση της ναζιστικής γενοκτονίας σε αυτές τις εθνότητες, η οποία παρόλο που δεν σχεδίαζε να οδηγήσει σε πλήρη φυσική εξόντωση, όπως με τους Εβραίους, στόχευε τελικά να εξαφανίσει αυτές τις ομάδες «ως τέτοιες». Το ψήφισμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση που υποστηρίζει έναν ευθύ παραλληλισμό μεταξύ ναζιστικής Γερμανίας και Σοβιετικής Ένωσης είναι λοιπόν μια α-ιστορική και διαστρεβλωμένη εικόνα.

Ισχυρίζεται  επίσης ότι ο πόλεμος ξεκίνησε και από τα δύο καθεστώτα εξίσου και ότι κατά συνέπεια φέρουν ίση ευθύνη για το θάνατο 35 εκατομμυρίων στην Ευρώπη μόνο (αν κανείς προσθέσει τον πόλεμο στην Ασία τότε το σύνολο είναι σύμφωνα με έναν αριθμό που δίνουν οι ιστορικοί, περίπου 55 εκατομμύρια). Αυτό αποτελεί πλήρη διαστρέβλωση της ιστορίας. Το καλοκαίρι του 1939, ο Στάλιν ήταν ικανός να πουλήσει όλες τις Ρωσίδες μητέρες με αντάλλαγμα μια εγγύηση ότι η Γερμανία δεν θα επιτίθετο στην ΕΣΣΔ. Γνώριζε πολύ καλά ότι ο στρατός του ήταν αποδιοργανωμένος λόγω των εκκαθαρίσεων και ότι η ΕΣΣΔ σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να αντέξει μόνη της μια Γερμανική εισβολή. Μέχρι τον Ιούνη του 1939 έπαιζε ακόμα με την πιθανότητα ενός ενωμένου μετώπου με τη Βρετανία και τη Γαλλία εναντίον της ναζιστικής Γερμανίας.

Αλλά οι διαπραγματεύσεις κατέρρευσαν ότι οι δυτικές δυνάμεις το έκαναν ξεκάθαρο πως η συνεισφορά τους σε οποιαδήποτε κοινή προσπάθεια θα ήταν αυστηρά περιορισμένη. Η Πολωνία αρνήθηκε στους Σοβιετικούς – δικαιολογημένα θα υποθέταμε – την πιθανότητα να βαδίσουν μέσα από την περιοχή τους, δεδομένου ότι η σοβιετική πρόθεση ήταν φαίνεται να αποφύγουν να διακινδυνεύσει η σοβιετική περιοχή από τους Γερμανούς και αντ’ αυτού να πολεμήσουν σε ξένο έδαφος. Οι Βρετανοί είπαν στους Σοβιετικούς ότι θα μπορούσαν να τους βοηθήσουν με μία-δύο μεραρχίες και αργότερα περισσότερες. Οι Γάλλοι ήταν ξεκάθαροι πως θα υπερασπίζονταν τον εαυτό τους πίσω από τη γραμμή του Maginot. Οι Σοβιετικοί δεν έβλεπαν άλλο τρόπο να αποφύγουν τον κίνδυνο από το να φτάσουν σε συμφωνία με τον Χίτλερ, ιδιαίτερα αν μπορούσαν να κερδίσουν περισσότερα εδάφη έτσι ώστε να δημιουργήσουν μια νέα ουδέτερη ζώνη στα δυτικά τους.

Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ξεκίνησε από τη ναζιστική Γερμανία και όχι τη Σοβιετική Ένωση και η ευθύνη για τα 35 εκατομμύρια νεκρούς της Ευρώπης, 29 εκατομμύρια από τους οποίους δεν ήταν Εβραίοι, ανήκει στη ναζιστική Γερμανία και όχι στον Στάλιν. Το να θυμόμαστε τα θύματά τους εξίσου αποτελεί παραχάραξη.

Και υπάρχει και κάτι ακόμα. Ο κομμουνισμός αποτελούσε παρέκκλιση από τα ιδανικά της Γαλλικής Επανάστασης την οποία ο Καρλ Μαρξ θαύμαζε. Ο Μαρξισμός ήταν εξαρχής μια αντιφατική ιδεολογία επειδή ενέπνεε την ισότητα και τη δικαιοσύνη, ακόμη και τη δημοκρατία, την ίδια όμως στιγμή περιλάμβανε και ξεκάθαρα αντι-δημοκρατικά στοιχεία, ακόμη και γενοκτονικά (άρθρα των Μαρξ και Ένγκελς το 1848/9, και πάλι το 1863, καθώς και η μεταξύ τους αλληλογραφία, συζητούσαν σχετικά με την εξαφάνιση των Τσέχων, των Σλοβένων και άλλων μη-ιστορικών εθνών όπως τα αποκαλούσαν).

Η δημοκρατική τάση ευοδώθηκε με την ανάπτυξη των μαρξιστικών σοσιαλ-δημοκρατικών κομμάτων στην κεντρική και δυτική Ευρώπη ενώ τα αντι-δημοκρατικά και δικτατορικά στοιχεία απέγιναν η ιδεολογία ομάδων από τις οποίες αναπτύχθηκε ο κομμουνισμός. Η ΕΣΣΔ, ακόμη και υπό την ΕΣΣΔ, εμπεριείχε αυτά τα αντιφατικά στοιχεία στη βασική της δομή. Το ιδανικό ήταν ακόμη η πραγμάτωση των ελευθεριακών αρχών και η κατάργηση του κράτους, όπως είχε γράψει ο Λένιν. Αυτό μπορούμε να το δούμε, για παράδειγμα, στο σταλινικό Σύνταγμα του 1936, ένα σημαίνον παράδειγμα ενός θαυμάσια δημοκρατικού προγράμματος.

Η πραγματικότητα όμως αποτελούσε το ακριβώς αντίθετο: καταπίεση, τρόμος, διαφθορά, δολοφονίες και βασανιστήρια. Αλλά πολύ μεγάλοι αριθμοί σοβιετικών πολιτών στην πραγματικότητα πίστευαν στην ημι-φιλελεύθερη προπαγάνδα και νομίζω ήταν τελικά οι εσωτερικές αντιφάσεις που απέγιναν η βάση για την κατάρρευση αυτού του καθεστώτος. Η οικονομική αναποτελεσματικότητα, η διαφθορά και ο τρόμος ήταν, σε τελική ανάλυση, το αποτέλεσμα του γεγονότος πως δεν υπήρχε συνέπεια στη βάση του κομμουνιστικού καθεστώτος.

Με τους Ναζί ήταν εντελώς διαφορετικά. Εκεί, υπήρχε μια φοβερή συνέπεια μεταξύ μιας ρατσιστικής, τρομοκρατικής και αντισημιτικής ιδεολογίας και του τρόπου με τον οποίο η κοινωνία είχε χτιστεί. Δεν υπήρχαν αντιφάσεις: ο έλεγχος του κόσμου μέσω του πολέμου και των κατακτήσεων και τα γενοκτονικά προγράμματα αποτελούσαν το χαρακτηριστικό γνώρισμα του καθεστώτος. Χωρίς στρατιωτική ήττα το καθεστώς του Χίτλερ δεν θα είχε εξαφανιστεί. Ποτέ δεν θα είχε καταρρεύσει από μόνο του. Το σοβιετικό αντιθέτως κατέρρευσε.

Δεν είναι λοιπόν δύσκολο εν τέλει να δούμε το γιατί οι Σοβιετικοί ήταν ικανοί να συνεργαστούν με τη Δύση κατά την ήττα της ναζιστικής Γερμανίας. Είχαν απογίνει κανονική ιμπεριαλιστική δικτατορία, διαποτισμένη από μια ιδεολογία που δεν είχε καμία σχέση με την πραγματική ζωή, ασκώντας τις συνήθεις τρομοκρατικές μεθόδους εναντίον πραγματικών και φανταστικών εχθρών, αλλά όχι και πολύ διαφορετική από άλλες τυραννίες πριν και μετά την ύπαρξή της. Ωστόσο, πάνω από 20 εκατομμύρια σοβιετικοί πολίτες πέθαναν σε αυτό τον πόλεμο και ήταν ο Κόκκινος Στρατός που νίκησε τη ναζιστική Γερμανία, αν και σίγουρα βοήθησε και η Δύση.

Αν σήμερα οι ανατολικοευρωπαίοι μπορούν να απολαμβάνουν τη συμμετοχή τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι λόγω του γεγονότος ότι καταπιέστηκαν και κυβερνήθηκαν για 45 χρόνια  από μια βασικά αναποτελεσματική, διεφθαρμένη και βάρβαρη δικτατορία, αλλά όχι από τους Ναζί. Απελευθερώθηκαν από τους Σοβιετικούς. Η Δύση το αναγνωρίζει αυτό και το ίδιο κάνουν στην πραγματικότητα και πολλοί ανατολικοευρωπαίοι: έπρεπε να ξεφορτωθούν πρώτα τους Ναζί για να ξεκινήσουν έπειτα το βασανιστικό, δύσκολο δρόμο τους της αντίστασης στους Σοβιετικούς. Ο Κόκκινος Στρατός τους έδωσε τη δυνατότητα να το κάνουν αυτό αν και το τίμημα ήταν βαρύ: 45 χρόνια σοβιετικής καταπίεσης. Αυτό είναι το παράδοξο. Στο τέλος, οι ανατολικοευρωπαίοι κέρδισαν, το άξιζαν. Αλλά καλύτερα ας μην αλλάξουμε την ιστορία λόγω αυτού του γεγονότος.

Θα έπρεπε σίγουρα να θυμόμαστε τα θύματα του σοβιετικού καθεστώτος και υπάρχουν χίλιοι λόγοι για τον καθορισμό ειδικών τελετών μνήμης και δράσεων για την υπενθύμιση αυτή. Αλλά το να βάζουμε τα δύο καθεστώτα στο ίδιο επίπεδο και να θυμόμαστε τα διαφορετικά αυτά εγκλήματα στην ίδια περίσταση είναι εντελώς απαράδεκτο. Και όχι μόνο για τους Εβραίους.

Ο συγγραφέας του άρθρου είναι ακαδημαϊκός σύμβουλος του μουσείου του Ολοκαυτώματος Yad Vashem στο Ισραήλ και έχει συγγράψει πολλά βιβλία και άρθρα γύρω από το Ολοκαύτωμα.

http://www.jpost.com/Features/InThespotlight/Article.aspx?id=166904

Advertisements